Οι συντροφικές σχέσεις, για να μπορέσουν να εξελιχθούν και να διατηρηθούν, απαιτούν εμπιστοσύνη, σεβασμό καθώς και θέληση για επικοινωνία και συνεργασία. Όταν τα ζευγάρια αποφασίζουν να παντρευτούν, καλούνται να διαπραγματευτούν τις διαφορετικές αξίες που πιθανώς φέρνουν από τις οικογένειες καταγωγής τους και να αναλάβουν προσωπική ευθύνη και δέσμευση στην καινούρια οικογένεια που αποφασίζουν να δημιουργήσουν. Έχει διαπιστωθεί ότι, αρκετές φορές, τα ζευγάρια, ειδικά όταν έρχονται αντιμέτωπα με τη μετάβαση σε μια καινούρια φάση ζωής πχ απόκτηση παιδιού, παιδιά στην εφηβεία, έξοδος των παιδιών από το σπίτι, κ.ά. μπορεί να βιώσουν κρίση στη σχέση τους. Κάποιοι παράγοντες που μπορεί να προκαλέσουν “αναταραχή” στα ζευγάρια είναι η διαφορετική οπτική των συντρόφων για θέματα που αφορούν την οικογένεια, η απουσία σαφών ορίων απέναντι στις οικογένειες καταγωγής τους, τα άλυτα θέματα από την πορεία της σχέσης τους, τα άκαμπτα και δυσλειτουργικά πρότυπα επικοινωνίας που ενισχύουν τη συναισθηματική απόσταση και η έλλειψη κοινής προοπτικής και οραμάτων για το μέλλον. Μία κρίση μπορεί είτε να οδηγήσει στην ευκαιρία για επαναδιαπραγμάτευση των ορίων, των ρόλων και των μοτίβων επικοινωνίας και συμπεριφοράς ή σε έντονες δυσκολίες και πιθανή διάλυση της σχέσης.

Στην περίπτωση του διαζυγίου, τις περισσότερες φορές δίνεται έμφαση σε πρακτικά θέματα που αφορούν τη διασφάλιση της ισορροπίας στην οικογένεια αλλά και την προστασία της ψυχικής υγείας των παιδιών. Το διαζύγιο, όμως, και για τα ίδια τα ζευγάρια συνοδεύεται από ποικίλα συναισθήματα και ανησυχίες. Κυρίαρχα συναισθήματα αποτελούν η θλίψη για την απώλεια των κοινών ονείρων και τη ματαίωση των προσδοκιών που πιθανώς είχαν οι σύντροφοι για τη σχέση και το γάμο, ο θυμός για τα άλυτα θέματα που οδήγησαν στο διάλυση της σχέσης ή και για την έλλειψη δέσμευσης ή θέλησης για εξέλιξη και ο φόβος για τη μοναξιά και την απουσία συντροφικότητας. Επιπλέον, κάποιοι μπορεί να βιώνουν ντροπή λόγω των αρνητικών στερεοτύπων που υπάρχουν γύρω από το διαζύγιο ή και έντονο άγχος για την νέα πραγματικότητα την οποία καλούνται να αντιμετωπίσουν. Συχνά, τα ζευγάρια προβληματίζονται γύρω από το πώς να προετοιμάσουν και να ενημερώσουν τα παιδιά ή και τις οικογένειές τους, πώς να επαναπροσδιορίσουν τους ρόλους και τις αρμοδιότητές τους, πώς να διευθετήσουν πρακτικά και οικονομικά ζητήματα και ποια θα είναι η μορφή της σχέσης και της επικοινωνίας μετά το διαζύγιο…Ακόμα και στις περιπτώσεις που τα ζευγάρια βιώνουν ανακούφιση μετά την απόφασή τους γιατί απαλλάσσονται από συνεχείς εντάσεις και διενέξεις, η αμφιθυμία για το αν έχουν πάρει τη σωστή απόφαση είναι αρκετές φορές έντονη.

Τι μπορεί να διευκολύνει την προσαρμογή σε μια νέα πραγματικότητα μετά το διαζύγιο;

  • Επεξεργασία δύσκολων συναισθημάτων: Ένα διαζύγιο συνοδεύεται από αρκετές απώλειες κι έτσι δεν διαφέρει πολύ από μια διαδικασία πένθους η οποία μπορεί να διαρκέσει για μεγάλο χρονικό διάστημα. Σε κάποιες περιπτώσεις, που είτε η απόφαση πάρθηκε ξαφνικά ή υπήρξαν πολύ έντονες διενέξεις, το διαζύγιο μπορεί να βιωθεί και ως τραυματική εμπειρία. Επομένως, οι άνθρωποι χρειάζονται χώρο και χρόνο για να βιώσουν και να επεξεργαστούν όλα τα συναισθήματά τους, να αναλάβουν το δικό τους μερίδιο ευθύνης και να διαμορφώσουν τη δική τους αφήγηση για ό,τι συνέβη ώστε να μπορέσουν να αποδεχθούν την απώλεια.

  • Αντιμετώπιση άγχους: Επειδή ένα διαζύγιο συνοδεύεται από πολλές αλλαγές και την πιθανή αίσθηση έλλειψης ελέγχου, το άγχος είναι συνήθως έντονο. Είναι βοηθητικό όταν τα ζευγάρια που χωρίζουν καταφέρνουν να συνεργαστούν για την επίλυση και διευθέτηση πρακτικών θεμάτων, ειδικά όταν υπάρχουν και παιδιά στην οικογένεια. Ακόμα και αν δεν υπάρχουν ζητήματα που τίθενται υπό διαπραγμάτευση, οι άνθρωποι είναι αναμενόμενο να ανησυχούν για το πώς θα διαμορφώσουν το νέο τους πρόγραμμα, πώς θα είναι η κοινωνική τους ζωή και πώς θα καταφέρουν να αναλάβουν νέους ρόλους. Χρειάζεται σίγουρα χρόνος προσαρμογής και νέες εμπειρίες ώστε να μπορέσουν να δουν τον εαυτό τους εκτός του πλαισίου της σχέσης της οποίας ήταν μέρος και να εξοικειωθούν με τις νέες συνθήκες ζωής.

  • Διατήρηση γονεϊκού ρόλου: Η μεγάλη ανησυχία κυρίως για τους γονείς που δεν διαμένουν με τα παιδιά είναι πώς θα συνεχίσουν να διατηρούν μια υγιή σχέση μαζί τους και να εμπλέκονται στη διαπαιδαγώγησή τους. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό το διαζύγιο να μην σταθεί εμπόδιο στην εκπλήρωση του ρόλου ενός από των δύο γονέων και να συμφωνηθούν τρόποι που μπορεί να διατηρηθεί μια συχνή και συνεπή επικοινωνία κι επαφή με τα παιδιά. Συνήθως, όταν τα ζευγάρια καταφέρνουν να επαναδιαμορφώσουν μαζί την οργάνωση της οικογένειας, διασφαλίζουν μια αίσθηση σταθερότητας για τα παιδιά όσο και για τους ίδιους.

  • Οργάνωση νέας καθημερινότητας: Εκτός από το ρόλο τους ως γονείς, μετά από ένα διαζύγιο, οι άνθρωποι χρειάζεται να επαναπροσδιορίσουν και να φροντίσουν τις δικές τους ανάγκες κι επιθυμίες. Οι αλλαγές στην καθημερινότητα μπορεί να είναι ποικίλες…κάποιοι μπορεί να πρέπει να μείνουν σε καινούριο σπίτι ή να επιστρέψουν στην οικογένεια καταγωγής τους, άλλοι να χρειαστεί να δουλέψουν, άλλοι να πρέπει να μείνουν σπίτι και να αναλάβουν πιο ενεργό γονεϊκό ρόλο. Είναι σημαντικό, μετά από μια περίοδο προσαρμογής, να καταφέρουν να διαμορφώσουν μια καθημερινότητα που θα ικανοποιεί, εκτός από τις ανάγκες των παιδιών, και τις δικές τους οικονομικές, πρακτικές, συναισθηματικές και κοινωνικές ανάγκες.

  • Υποστηρικτικό δίκτυο: Η περίοδος πριν και μετά το διαζύγιο είναι συνήθως έντονη κι επώδυνη και συχνά οι άνθρωποι αναζητούν την υποστήριξη από δικούς τους ανθρώπους. Δυστυχώς, κάποιες φορές, σχέσεις με φίλους και σημαντικούς άλλους που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια του γάμου διακόπτονται απότομα ή φθίνουν όταν τα ζευγάρια χωρίζουν. Επομένως, η απώλεια φιλικών σχέσεων και ο περιορισμός της κοινωνικής ζωής απασχολεί συχνά τους ανθρώπους μετά από ένα διαζύγιο. Όταν δυσκολεύονται να διαχειριστούν το στρες ή τα δύσκολα συναισθήματα που συνοδεύουν τις απώλειες και τις αλλαγές, είναι σημαντικό να δίνουν στον εαυτό τους τη δυνατότητα να λάβουν υποστήριξη από κοντινούς ανθρώπους που εμπιστεύονται ή και επαγγελματίες ψυχικής υγείας.

Παρόλο που ένα διαζύγιο συνοδεύεται από αρκετές απώλειες και συναισθηματικές επιπτώσεις, ο επαναπροσδιορισμός της οικογένειας, της σχέσης αλλά και των αναγκών όλων των μελών μπορεί να αποβεί βοηθητικός στην προσαρμογή στη νέα πραγματικότητα.